αναισθητοποιώ

αναισθητοποιώ
προκαλώ σωματική αναισθησία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αναίσθητος + ποιώ.
ΠΑΡ. νεοελλ. αναισθητοποίηση].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναισθητοποιώ — αναισθητοποιώ, αναισθητοποίησα βλ. πίν. 73 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • αναισθητοποιώ — ποίησα, ποιημένος, προκαλώ με κατάλληλα φάρμακα τοπική ή γενική αναισθησία: Τον αναισθητοποίησαν και ύστερα τον απήγαγαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • -ποιώ — ποιῶ, ΝΜΑ β συνθετικό ρημάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής τα οποία αρχικά σχηματίστηκαν από ονόματα σε ποιός (πρβλ. αρτοποιώ < αρτοποιός, νεωτεροποιώ < νεωτεροποιός), ενώ στη συνέχεια το β συνθετικό ποιώ λειτούργησε ως παραγωγική… …   Dictionary of Greek

  • αναίσθητος — η, ο (Α ἀναίσθητος, ον) 1. αυτός που δεν αισθάνεται, που δεν έχει αίσθηση ή αισθητικότητα 2. αμβλύς, νωθρός κατά τις αισθήσεις τής ηδονής και τού πόνου 3. ο δίχως συναίσθηση, απαθής, αδιάφορος, ασυγκίνητος, ανάλγητος 4. αυτός που έχασε τις… …   Dictionary of Greek

  • αναισθητοποίηση — η [αναισθητοποιώ] η αναισθήτιση …   Dictionary of Greek

  • απονεκρώνω — (Μ ἀπονεκρώνω, AM ἀπονεκρῶ, όω) 1. νεκρώνω εντελώς 2. αναισθητοποιώ, εξουδετερώνω …   Dictionary of Greek

  • μορφινίζω — 1. αναισθητοποιώ, ναρκώνω χρησιμοποιώντας μορφίνη 2. μτφ. καταγοητεύω ή καταδημαγωγώ κάποιον, ώστε να μην μπορεί να σκεφθεί και να κρίνει σωστά, εξαπατώ, ξεγελώ, αποκοιμίζω κάποιον με απατηλούς λόγους 3. (το μέσ. παθ.) μορφινίζομαι παίρνω μορφίνη …   Dictionary of Greek

  • ναρκώνω — (Α ναρκῶ, όω) [νάρκη] επιφέρω νάρκη, προκαλώ αναισθησία, αναισθητοποιώ νεοελλ. 1. προκαλώ τάση για ύπνο, για λήθαργο 2. μτφ. προξενώ αποχαύνωση, αποχαυνώνω …   Dictionary of Greek

  • ξηραίνω — και ξεραίνω (ΑΜ ξηραίνω) [ξηρός] καθιστώ κάτι ξηρό αφαιρώντας το νερό, την υγρασία, αποξηραίνω, στεγνώνω νεοελλ. 1. αναισθητοποιώ 2. σκοτώνω 3. μέσ. ξεραίνομαι α) πεθαίνω β) μτφ. i) κοιμάμαι βαθιά ii) μένω κατάπληκτος, αποσβολωμένος 4. φρ. α)… …   Dictionary of Greek

  • μουδιάζω — μούδιασα, μουδιασμένος 1. μτβ., κάνω κάποιον να χάσει τις αισθήσεις του, ναρκώνω, αναισθητοποιώ: Το κρύο μούδιασε τα πόδια του. 2. αμτβ., αισθάνομαι μούδιασμα σε μέλος του σώματός μου, ναρκώνομαι: Μούδιασε το σώμα μου μόλις βούτηξα στην κρύα… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”